Κάθισε στο παράθυρο κοιτάζοντας έξω χωρίς να βλέπει τίποτα παραπάνω από τη θολή αντανάκλασή της στο τζάμι και εκεί σαν οθόνη να προβάλλονται εικόνες που παρήγαγε το μυαλό της. Τα φώτα που περνούσαν με ταχύτητα δεν ήταν παρά και αυτά αντανακλάσεις μιας στιγμής που θα έφευγε. Και μετά μιας ακόμα. Και άλλης μιας... Και ενώ ο χρόνος έφευγε μπρος στα μάτια της ένιωθε πλήρης. Και το ίδιο το γεγονός ότι μπορούσε να νιώσει ξανά έτσι την έκανε να μουδιάσει. Αποφάσισε να επικεντρωθεί σε κάποιο ανάγνωσμα μπροστά της, όμως οι λέξεις χάνονταν επάνω στο χαρτί.
Αυτό που ήθελε ήταν να κλείσει τα μάτια και να την κατακλύσουν οι εικόνες. Να ανοίξει την πόρτα της χώρας της και να χαθεί. Όμως για πρώτη φορά αισθανόταν ότι οι λέξεις της δε μπορούσαν να λεχθούν. Έπρεπε να μείνουν ανείπωτες. Γιατί αυτό που αισθανόταν ήταν πολύ μεγάλο για να το μοιραστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου